To e-δίκτυο ΤΠΕ-Ε για τη διδασκαλία της Πληροφορικής στο Δημοτικό Σχολείο

14/06/2010

Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα του e-δικτύου ΤΠΕ (http://e-diktyo.eu/):

Ελληνική Ένωση για την Ένταξη των ΤΠΕ στην Εκπαίδευση e-Δίκτυο-ΤΠΕ-Ε

Διδασκαλία της Πληροφορικής στα Δημοτικά Σχολεία

Το Υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε πρόσφατα, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία διαβούλευση με την Εκπαιδευτική κοινότητα, ότι 800 12/θέσια δημοτικά σχολεία πρόκειται να λειτουργήσουν με ενιαίο αναμορφωμένο αναλυτικό πρόγραμμα. Στη διευκρινιστική εγκύκλιο που εκδόθηκε 3/6/2010, αναφέρεται σχετικά με τη διδασκαλία της «Πληροφορικής»:

.. «ως μεταβατικό στάδιο μπορεί να εισαχθεί η Πληροφορική, ως ξεχωριστό γνωστικό αντικείμενο στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση, προκειμένου να δοθεί η ευχέρεια στους μαθητές να εξοικειωθούν με την επιστήμη των υπολογιστών, που θα τους φανεί χρήσιμη όχι μόνο στις επόμενες εκπαιδευτικές βαθμίδες, αλλά και κατά την πλήρη ένταξή τους αργότερα στην πραγματική ζωή».

Παράλληλα «συστήνονται  κλάδοι των ειδικοτήτων  Π.Ε.05, Π.Ε.07, Π.Ε.08, Π.Ε.19, Π.Ε.20 και ΠΕ 32 και αντίστοιχος αριθμός  οργανικών θέσεων,  με κοινή  Υπουργική Απόφαση  που  προωθείται».

Οι εξαγγελίες αυτές μας προκαλούν έκπληξη δεδομένου ότι το μοντέλο ενσωμάτωσης των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας που προωθεί το Υπουργείο Παιδείας φαίνεται να είναι το απομονωμένο ή τεχνοκεντρικό (διδασκαλία πληροφορικής ως αυτόνομου γνωστικού αντικειμένου). Το συγκεκριμένο μοντέλο ήταν κυρίαρχο στις αντιλήψεις της δεκαετίας του 1980 και εγκαταλείφθηκε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 εφόσον κρίθηκε ανεπαρκές για να προωθήσει τη μάθηση με χρήση των ΤΠΕ.

Η συγκεκριμένη ενέργεια αντιβαίνει ρητώς στην υπάρχουσα νομοθεσία (ΔΕΠΠΣ Πληροφορικής για το Δημοτικό, Γενικοί στόχοι ΔΕΠΠΣ δημοτικού σχολείου) που ορίζει ότι:

  • «Στο δημοτικό η πληροφορική εισάγεται ακολουθώντας το ολιστικό πρότυπο σύμφωνα με το οποίο οι στόχοι της πληροφορικής επιτυγχάνονται και υλοποιούνται με διάχυση στα επιμέρους γνωστικά αντικείμενα» (ΔΕΠΠΣ Πληροφορικής)
  • «Απαιτείται η εφαρμογή νέας παιδαγωγικής στρατηγικής και η ανάπτυξη κατάλληλων προγραμμάτων πληροφορικής για την υποστήριξη όλων των γνωστικών αντικειμένων» (ΔΕΠΠΣ, Γενικό μέρος)
  • «Τα σύγχρονα εκπαιδευτικά μέσα (λογισμικό, διαδίκτυο), προϊόντα των τεχνολογιών πληροφόρησης, συμβάλλουν υποβοηθητικά και συμπληρωματικά πάντα στην εκπαιδευτική πρακτική και θα πρέπει ν χρησιμοποιούνται με την ανάλογη συχνότητα, χρονική διάρκεια και βαρύτητα. Η ανάδειξη αυτού του ρόλου των σύγχρονων εκπαιδευτικών μέσων επιτυγχάνεται με την προτροπή και καθοδήγηση του εκπαιδευτικού για την αξιοποίηση τους σε κάθε διδακτική ή θεματική ενότητα».

Άλλωστε, το Υπουργείο προετοιμάζει εκπαιδευτικούς διαφόρων ειδικοτήτων με τα προγράμματα επιμόρφωσης Β΄ Επιπέδου για την αξιοποίηση των ΤΠΕ στη διδακτική πράξη σύμφωνα με το ολιστικό πρότυπο.

Με τις τελευταίες εξαγγελίες,  το Υπουργείο ανασύρει το τεχνοκεντρικό μοντέλο και φαίνεται να  εγκαταλείπει όλα όσα αναφέρονται στα ΔΕΠΠΣ. Πότε θα μπορέσουν άραγε οι εκπαιδευτικοί να αξιοποιήσουν το εργαστήριο υπολογιστών για την υποβοήθηση και τον εμπλουτισμό της διδασκαλίας τους σε διάφορα γνωστικά αντικείμενα όταν θα χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά για «να εξοικειωθούν με την επιστήμη των υπολογιστών»(!) από την πρώτη κιόλας τάξη του Δημοτικού;

Για μια ακόμη φορά αποδεικνύεται η έλλειψη σχεδιασμού, όσον αφορά την ένταξη των ΤΠΕ στην εκπαίδευση, και η υιοθέτηση πολιτικών που στοχεύουν όχι στην ποιοτική αναβάθμιση της εκπαίδευσης αλλά στον εντυπωσιασμό της κοινής γνώμης ακολουθώντας αμφιλεγόμενες πρακτικές.

Όσον αφορά τις εξαγγελίες περί «μεταβατικού σχεδίου»,  μια τέτοια τακτική μόνο προσωρινή δεν φαίνεται να είναι αφού δημιουργείται κλάδος για τη διδασκαλία της πληροφορικής στο δημοτικό σχολείο.

Άποψή μας και σύμφωνα με τα διεθνή δεδομένα είναι πως οι ΤΠΕ μπορούν να προσφέρουν προστιθέμενη αξία και να βελτιώσουν τη διαδικασία της μάθησης όταν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με το ολιστικό πρότυπο.  Με τον τρόπο αυτό παράλληλα με την υποστήριξη της διδασκαλίας  επιτυγχάνεται και ο τεχνολογικός αλφαβητισμός για τον οποίο ενδιαφέρεται το Υπουργείο και μάλιστα με φυσικό και αβίαστο τρόπο σύμφωνα με τις αρχές της σύγχρονης παιδαγωγικής επιστήμης.

Προτείνουμε η αξιοποίηση των ΤΠΕ στο δημοτικό σχολείο να γίνει λαμβάνοντας υπόψιν τις γενικές αρχές του ΔΕΠΠΣ, τη σημερινή πραγματικότητα και τα διεθνή βιβλιογραφικά δεδομένα. Η εισαγωγή των ΤΠΕ θα πρέπει να γίνει οριζόντια σε όλο το εύρος του Αναλυτικού Προγράμματος από τους δασκάλους των τάξεων και όχι ως αυτόνομο γνωστικό αντικείμενο. Οι εκπαιδευτικοί ειδικότητας πληροφορικής στο Δημοτικό Σχολείο θα μπορούσαν να είναι υπεύθυνοι για τη σωστή λειτουργία του εργαστηρίου πληροφορικής, να έχουν υποστηρικτικό ρόλο για τους εκπαιδευτικούς που θα θελήσουν να αξιοποιήσουν τις ΤΠΕ στη διδασκαλία των μαθημάτων τους, να αναζητούν και να προτείνουν λογισμικά.

Υπενθυμίζουμε πως το e-δίκτυο με παλαιότερη θέση του έχει προτείνει τη δημιουργία Κέντρων Εκπαιδευτικής Υποστήριξης με τη συμμετοχή των Σχολικών Συμβούλων, Υπεύθυνων Καινοτόμων Δράσεων κ.ά. όπου θα μπορούσαν να ενταχθούν και οι εκπαιδευτικοί πληροφορικής οι οποίοι θα στηρίζουν την ένταξη των ΤΠΕ στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Για το Δ.Σ. του e-Δικτύου-ΤΠΕ-Ε

Η Γραμματέας                                                      Ο Πρόεδρος

Κατερίνα Γλέζου                                               Νίκος Τζιμόπουλος


Εισαγωγή των νέων μέσων στην εκπαίδευση: το ελληνικό μοντέλο

04/06/2010

Στο πρόσφατο παρελθόν η ελληνική Πολιτεία έχει ξεκινήσει τα πρώτα βήματα της αξιοποίησης των νέων ψηφιακών μέσων στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Το ξεκίνημα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση έγινε από το Ολοήμερο Δημοτικό Σχολείο. Το Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών απορρίπτει ξεκάθαρα το πραγματολογικό μοντέλο εισαγωγής των Τεχνολογιών της Πληροφοράς και της Επικοινωνίας (ΤΠΕ) στην εκπαιδευτική διαδικασία: «Ο ειδικός σκοπός της εισαγωγής της Πληροφορικής στο Νηπιαγωγείο και στο Δημοτικό Σχολείο είναι να εξοικειωθούν οι μαθητές και οι μαθήτριες με τις βασικές λειτουργίες του υπολογιστή και να έλθουν σε μια πρώτη επαφή με διάφορες χρήσεις του ως εποπτικού μέσου διδασκαλίας, ως γνωστικού – διερευνητικού εργαλείου και ως εργαλείου επικοινωνίας και αναζήτησης πληροφοριών στο πλαίσιο των καθημερινών σχολικών τους δραστηριοτήτων με τη χρήση κατάλληλου λογισμικού και ιδιαίτερα ανοικτού λογισμικού διερευνητικής μάθησης. Σε καμία περίπτωση δε νοείται η διδασκαλία της Πληροφορικής ως διδασκαλία γνωστικού αντικειμένου (λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι δεν διατίθεται χρόνος στο αντίστοιχο Ωρολόγιο Πρόγραμμα). Σκοπός είναι ο μαθητής να μαθαίνει με τη χρήση των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας (ΤΠΕ) παρά για τη χρήση τους».

Η επιμόρφωση δασκάλων και νηπιαγωγών για την αξιοποίηση των ΤΠΕ στην εκπαιδευτική διαδικασία έχει ξεκινήσει και οι πρώτοι εκπαιδευτικοί έχουν πιστοποιηθεί. Στο επιμορφωτικό υλικό που παραλαμβάνουν και το οποίο αποτελεί τη βάση για να πιστοποιηθούν διαβάζουν: «το τεχνοκρατικό/τεχνοκεντρικό (σσ. μοντέλο εισαγωγής των ΤΠΕ στην εκπαίδευση)  που δίνει µεγαλύτερη σηµασία στην τεχνολογία των ΗΥ χαρακτηρίζεται από έναν «τεχνολογικό ντετερµινισµό», δηλαδή δίνει σχεδόν απόλυτη αξία στα χρησιµοποιούµενα συστήµατα και την εκµάθηση της λειτουργίας τους, θεωρώντας ότι η χρήση τους θα είναι αρίστη (σχεδόν αναγκαστικά, ντετερµινιστικά η ορθή χρήση προκύπτει άµεσα από τις σχετικές δεξιότητες)… Η Ελλάδα, όπως και πολλά άλλα κράτη, ακολούθησε διαδοχικά αρχικά το πρώτο µοντέλο (σσ. (το τεχνοκρατικό), ενώ σταδιακά προσαρµόστηκε στο δεύτερο και το τρίτο, κυρίως από τα µέσα της δεκαετίας του 1990″ (σσ. όπως άλλωστε συνέβη και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες).

Και έρχεται η 3/6/2010 για να κάνει το ΥΠΔΒΜΘ το παοφασιστικό βήμα. Εκδίδει έγγραφο στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρει:

«…Για  την  Πρωτοβάθμια  Εκπαίδευση και  αποκλειστικά   για τη διδασκαλία  όλων των γνωστικών  αντικειμένων,  συστήνονται  κλάδοι των αντίστοιχων ειδικοτήτων  (Π.Ε.05, Π.Ε.07, Π.Ε.08, Π.Ε.19, Π.Ε.20 και ΠΕ 32) και αντίστοιχος αριθμός  οργανικών θέσεων,  με κοινή  Υπουργική  Απόφαση  που  προωθείται…»

«…Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές: Θα καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να καλυφθούν τυχόν ελλείψεις σε Η/Υ στα σχολεία προκειμένου να παρέχονται σε  όλους  ανεξαιρέτως τους μαθητές εμπειρίες μάθησης που να σχετίζονται με την αξιοποίηση των Τεχνολογιών Πληροφορίας και Επικοινωνίας (ΤΠΕ) στην εκπαιδευτική διαδικασία με οριζόντιο τρόπο που να αφορά όλα τα μαθήματα. Ωστόσο, ως μεταβατικό στάδιο μπορεί  να εισαχθεί η Πληροφορική, ως ξεχωριστό γνωστικό αντικείμενο στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση, προκειμένου  να δοθεί η ευχέρεια στους μαθητές να εξοικειωθούν με την επιστήμη των υπολογιστών,  που θα τους φανεί χρήσιμη όχι μόνο στις επόμενες εκπαιδευτικές βαθμίδες, αλλά και κατά την πλήρη ένταξή τους αργότερα στην πραγματική ζωή. Απώτερος στόχος είναι η πιστοποίηση του βαθμού κατάκτησης των βασικών γνώσεων και δεξιοτήτων όσον αφορά τις ΤΠΕ κατά τη διάρκεια της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης..

Το μεταβατικό στάδιο προϋποθέτει διορισμό εκπαιδευτικών Πληροφορικής (ΠΕ 19). Και ότανπεράσουμε από το μεταβατικό στο οριστικό οι συγκεκριμένοι συνάδελφοι τι θα απογίνουν; Θα μεταταγούν; Θα καταργηθούν οι οργανικές τους θέσεις; Μήπως ο όρος «μεταβατικό» θα πρέπει να οριστεί ως «οριστικό» στο λεξικό;

Στο νέο σχολείο που οραματίζεται η Πολιτεία η Πληροφορική διδάσκεται ως ανεξάρτητο γνωστικό αντικείμενο (!!!) και μάλιστα 2 ώρες σε κάθε τάξη. Αυτό σημαίνει ότι στο σχολικό εργαστήριο για 24 ώρες εβδομάδα δε θα είναι διαθέσιμο για να αξιοπιοηθεί στα υπόλοιπα γνωστικά αντικείμενα.

  • Και η οριζόντια αξιοποίηση των ΤΠΕ πώς θα επιτευχθεί; Μήπως με τους διαδραστικούς πίνακες στη σχολική αίθουσα ή με τη γωνιά του υπολογιστή;
  • Τα εργαστήρια εκ των πραγμάτων  δε θα μπορούν να χρησιμοποιούνται από τους δασκάλους. Γιατί λοιπόν επιμορφώνονται; Μήπως για να αποκτήσουν απλά «παιδεία» στο μέσο; Μήπως για να απορροφηθούν κονδύλια από το ΕΣΠΑ;
  • Το συνδικάτο τι λέει για όλα αυτά;

Τα παιδία παίζει ηλεκτρονικά…

03/01/2010

To σκηνικό σύνηθες στη σχολική εκδρομή: Τα παιδιά φθάνουν στην εξοχή, στρώνουν τις ψάθες κάτω από τα δέντρα, βγάζουν τις παιχνιδομηχανές χειρός και στρώνονται στο παιχνίδι.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον άρθρο από την Ελευθεροτυπία καταγράφει την πραγματικότητα:

Η οικονομική κρίση δεν αποθάρρυνε τον Αϊ-Βασίλη να εκπληρώσει και φέτος, με το παραπάνω, τις επιθυμίες των πιτσιρικάδων. Μέσα στο εορταστικό δωδεκαήμερο υπολογίζεται ότι αγοράσαμε τα παιχνίδια της χρονιάς. Οπως κάθε χρόνο, άλλωστε, τέτοιες μέρες οι μεγάλες αλυσίδες κάνουν περίπου το 60% του ετήσιου τζίρου τους.

Παιχνίδια, λοιπόν, αγοράσαμε και χαρίσαμε. Τι παιχνίδια όμως; Σήμερα δεν υπάρχουν σχολές «ειδικών» που να αμφισβητούν αυτό που έλεγε πριν από δύο αιώνες σχεδόν ο γερμανός παιδαγωγός F. Froebel, πως «το παιχνίδι είναι η πιο αγνή και εμπνευσμένη δραστηριότητα του ανθρώπου».

Οσο η επιστημονική έρευνα τεκμηριώνει ότι η σχέση του παιδιού με το παιχνίδι είναι ένα από τα ουσιαστικότερα κεφάλαια στη ζωή ενός ανθρώπου τόσο εντείνονται οι προβληματισμοί για το πώς αυτό εξελίσσεται.

*«Νούμερο 1 ύποπτος» τα ηλεκτρονικά παιχνίδια (Playstation, Nin tendo, Χ-box, Gameboy) τα οποία φαίνεται ότι σταδιακά εκτοπίζουν τα παραδοσιακά. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του Ελληνικού Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου και της Πανεπιστημιακής Μονάδας Εφηβικής Υγείας, σε δείγμα 602 παιδιών το 66% παίζουν ηλεκτρονικά παιχνίδια.

Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ο ετήσιος τζίρος για τα παραδοσιακά παιχνίδια είναι περί τα 300 εκατ. ευρώ, ενώ για τα ηλεκτρονικά ανέρχεται τουλάχιστον στα 70 εκατ. ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται οι πωλήσεις οι οποίες (για τα ηλεκτρονικά) διαχέονται και στις αλυσίδες προϊόντων τεχνολογίας.

Αν και τα προαναφερθέντα στοιχεία αφορούν το 2006, καθώς δεν υπάρχει νεότερη έρευνα, οι άνθρωποι του χώρου εξηγούν ότι η πίτα της αγοράς παιχνιδιών συνεχίζει να παραμένει η ίδια, για δύο λόγους: Πρώτα λόγω της αύξησης της κατανάλωσης φθηνών παιχνιδιών από την Κίνα και έπειτα λόγω της υπογεννητικότητας.

Μπορούν, όμως, να αλλάξουν οι «σταθερές» στην αδιάσπαστη σχέση «παιδί-παιχνίδι» λόγω του ότι τα επτάχρονα παίζουν σήμερα περισσότερη ώρα με το Nintendo και όχι με κάποιο άλλο πιο «παραδοσιακό» παιχνίδι;

*Η Μαρία Αργυριάδη, υπεύθυνη του τμήματος Παιχνιδιών και Παιδικής Ηλικίας στο Μουσείο Μπενάκη, είναι καθησυχαστική. Συγγραφέας αρκετών βιβλίων, στα οποία παρουσιάζεται εμβριθώς η ιστορική διαδρομή του ελληνικού αλλά και του αστικού ευρωπαϊκού παιχνιδιού, μας λέει ότι «δεν υπάρχει άσπρο ή μαύρο». Κι εξηγεί:

«Το παιχνίδι είναι ο κόσμος των μεγάλων σε μικρογραφία. Είναι ο διάλογος του κόσμου των ενηλίκων με τον κόσμο των παιδιών. Και οπωσδήποτε αντανακλά την εποχή της κατασκευής του. Στη φορεσιά μιας ευρωπαϊκής κούκλας του 18ου αιώνα θα δούμε τις ενδυματολογικές τάσεις εκείνης της εποχής. Το ίδιο συμβαίνει με τις σημερινές κούκλες. Κατ’ αντιστοιχία, στα σημερινά παιχνίδια αντιγράφεται η εποχή που ζούμε. Πράγματι, πολλά παιδιά από μικρή ηλικία ζητούν να αποκτήσουν ηλεκτρονικά παιχνίδια, κι είναι απολύτως λογικό, εφόσον ζουν σε μία εποχή κατά την οποία η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών είναι ραγδαία. Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να τους το απαγορεύσουμε. Πρέπει να τους αφήσουμε να το χορτάσουν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ένα παιδί πάντα παίζει, και παίζει με οτιδήποτε. Μπορεί να διαλέξει το ηλεκτρονικό, αλλά θα παίξει και με το χώμα».

*Για την πολύτιμη εμπειρία του χειροπιαστού στο παιχνίδι μάς μιλάει η Τίνα Χαραλάμπους, υπεύθυνη του Ελληνικού Παιδικού Μουσείου: «Κεντρική φιλοσοφία του μουσείου είναι η πεποίθηση ότι τα πραγματικά αντικείμενα, οι άμεσες εμπειρίες και το παιχνίδι υποστηρίζουν τη μάθηση, σκοπός της οποίας είναι να καλλιεργήσει ένα μυαλό που ερευνά, έτσι ώστε να βοηθήσει το άτομο να κατανοήσει τον κόσμο και τον εαυτό του».

Προσθέτει, μάλιστα, ότι «η μάθηση δεν είναι μόνο απόκτηση γνώσεων. Στοχεύει να αναπτύξει τόσο το γνωστικό όσο και τον κινητικό αλλά και το συναισθηματικό τομέα. Η εμπειρία του χειροπιαστού που προσφέρουν τα αντικείμενα είναι πολυαισθητηριακή και μπορεί να πυροδοτήσει τη μνήμη και το συναίσθημα. Η μάθηση μέσω των αντικειμένων είναι εκ φύσεως εξερευνητική, δημιουργεί συνθήκες παιχνιδιού, ενεργοποιεί τη δημιουργικότητα και τη φαντασία».

Σε κάθε περίπτωση, μιλώντας με ειδικούς γίνεται αντιληπτό ότι μια από τις πιο υπεύθυνες στάσεις που μπορεί να έχει απέναντι στο παιδί του ένας γονέας είναι να αντιμετωπίσει με σοβαρότητα το παιχνίδι του.

*«Η προέλευση της λέξης παιχνίδι από τις λέξεις «παις», «παίζω», «παιδεία» υποδηλώνει την άμεση σχέση της με το παιδί, την ψυχαγωγία, την πνευματική καλλιέργεια και την εκπαίδευσή του», εξηγεί στην «Κ.Ε.» η διεπιστημονική ομάδα της Εταιρείας Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου, με επιστημονικό υπεύθυνο τον αναπληρωτή καθηγητή Παιδοψυχιατρικής Ι. Τσιάντη.

Και προσθέτει: «Ο ρόλος του γονιού στο παιχνίδι είναι να προσπαθεί να ενθαρρύνει το παιδί του, να του παρέχει χώρο και χρόνο για να παίξει και να εκφραστεί. Να συμμετέχει ευχάριστα, χωρίς να παρεμβαίνει, να διορθώνει ή να ασκεί κριτική. Μια τέτοια τακτική θα είχε ως αποτέλεσμα να περιορίσει τη χρήση της φαντασίας και να μετατρέψει το παιχνίδι από ευχάριστη δραστηριότητα σε καταναγκασμό».

*«Οταν ένας ενήλικος ελέγχει απολύτως το παιχνίδι του παιδιού του, είναι σαν κάποιος να ελέγχει κάθε λέξη που λέει ο ενήλικος», θα συμπληρώσει η παιδοψυχολόγος Μάγια Αλιβιζάτου. Και καταλήγει:«Με το να στερήσουμε από ένα παιδί το παιχνίδι είναι σαν να στερούμε από έναν ενήλικο τη δυνατότητα να σκεφτεί και να μιλήσει».

Πηγή: Ελευθεροτυπία


Παραμύθια, ένας κόσμος γεμάτος μυστικά…

03/01/2010

Τι συμβολίζει η Χιονάτη, πού γεννήθηκε η Σταχτοπούτα, σε ποιους απευθύνεται ο Κοντορεβυθούλης; – Μια αφηγήτρια αποκαλύπτει

Τη Σταχτοπούτα θα τη βρει κάθε φορά ο πρίγκιπάς της, η Κοκκινοσκουφίτσα θα νικήσει τον κακό λύκο και ο Κοντορεβυθούλης θα επιστρέψει τελικά σπίτι. Και πάντα είμαστε έτοιμοι (και πρόθυμοι) να ακούσουμε πώς τα κατάφεραν. Τα παραδοσιακά παραμύθια, γνωστές ιστορίες… αγνώστου πατρότητας με διάφορες παραλλαγές, ταξιδεύουν από στόμα σε στόμα και από χώρα σε χώρα, αιώνες τώρα, προσφέροντας ψυχαγωγία και παρηγοριά.

Οι σύγχρονοι παραμυθάδες –στη Γαλλία περισσότεροι από 3.000, στο Βέλγιο 600– παίρνοντας τα ηνία της προφορικής αφήγησης από τους προηγούμενους έχουν αναλάβει το δύσκολο έργο της παράδοσης, κάποιοι ως εργασία πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και άλλοι παράλληλα με τη συγγραφή παραμυθιών, την ηθοποιία ή κάποια εντελώς διαφορετική δουλειά για τα προς το ζην. Μια από αυτούς τους παραμυθάδες, η κ. Λίλη Λαμπρέλλη που ζει και εργάζεται ως μεταφράστρια στις Βρυξέλλες από το 1981, βρέθηκε στην Ελλάδα προκειμένου να συμμετάσχει σε παγκόσμια συνάντηση αφηγητών, μας αποκαλύπτει τα μυστικά των παραμυθιών. Ενός λόγου εύθραυστου και αθάνατου όπως επιγράφεται το βιβλίο της που πρόκειται να εκδοθεί σύντομα από τις εκδόσεις Πατάκη.

Λέμε λοιπόν σε όλο τον κόσμο τα ίδια παραμύθια; «Ναι αυτό ανακάλυψα όταν ξεκίνησα τα σεμινάρια αφήγησης στο Παρίσι με τον Henri Gougaud. Υπάρχουν δύο θεωρίες, η πρώτη ότι γεννήθηκαν σε έναν τόπο και από εκεί ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο και η δεύτερη, ότι γεννήθηκαν σε πολλά σημεία, οι ίδιες ιστορίες γιατί οι ανάγκες της ψυχής είναι παντού οι ίδιες» λέει στην «Κ» η κ. Λαμπρέλλη. Τα παραδοσιακά παραμύθια είναι πολύ παλαιά, δημιουργήθηκαν στους προχριστιανικούς χρόνους –ένα από αυτά βρέθηκε σε αιγυπτιακό πάπυρο– γι’ αυτό και δεν έχουμε παραδοσιακά Χριστουγεννιάτικα παραμύθια και οι αντίστοιχες αναφορές προστέθηκαν αργότερα. Το 1910, πραγματοποιήθηκε μια πρώτη προσπάθεια καταγραφής από τον Φινλανδό Αρν και τον Αμερικανό Τόμσον οπότε δημιουργήθηκε ο διεθνής κατάλογος Αρν-Τόμσον, που περιλαμβάνει 2.340 παραμύθια, τα οποία χωρίζονται σε πέντε μεγάλες κατηγορίες: Παραμύθια με ζώα, μαγικά, Νοβελιστικά, Ευτράπελα, Κλιμακωτά. Το κατ’ εξοχήν «παραμύθι» ωστόσο λέει η κ. Λαμπρέλλη είναι το μαγικό παραμύθι.

Τελετουργικά ενηλικίωσης

«Τα 350 μαγικά παραμύθια συνδέονται με τελετουργικά ενηλικίωσης πρωτόγονων λαών. Γι’ αυτό και ο ήρωας αυτού του παραμυθιού ξεκινάει από μια ομαλή κατάσταση, πολύ σύντομα υπάρχει μια έλλειψη, μετά περνάει από δοκιμασίες μέχρι να γίνει βασιλιάς ή βασίλισσα, δηλαδή αυτόνομος. Η τελική κατάσταση του ήρωα είναι πάντα ανώτερη από την αρχική» εξηγεί η ίδια. Η Σταχτοπούτα λοιπόν δεν είναι μόνο μια ρομαντική ιστορία αγάπης αλλά συμβολίζει την ενηλικίωση που έρχεται μέσα από τη σύγκρουση της μάνας με την κόρη. «Η Σταχτοπούτα θεωρείται ότι γεννήθηκε στην Ελλάδα γιατί εδώ βρίσκουμε τις περισσότερες παραλλαγές. Στην αρχική καταγραφή έχουμε μια μάνα με τρεις κόρες που γνέθουν και πεινάνε. Αποφασίζουν λοιπόν ότι θα φάνε όποια της σπάσει πρώτης το νήμα. Πρώτη φορά, σπάζει της μάνας, αλλά τη συγχωρούν, δεύτερη φορά πάλι το νήμα της μάνας, τη συγχωρούν, τρίτη πάλι το νήμα της μάνας οπότε την τρώνε. Η Σταχτοπούτα είναι αυτή που δεν έφαγε, μόνο μάζεψε τα κοκαλάκια και πένθησε».

Σεξ, βία, τρόμος

– Γιατί τα παραδοσιακά παραμύθια είναι τόσο τρομαχτικά;

– Στα παραμύθια δεν υπάρχει τζάμπα αγριότητα. Καθετί κάτι συμβολίζει. Σε πολλές τελετουργίες το να φας τον νεκρό σήμαινε ότι έδειχνες σεβασμό, ότι έπαιρνες τη δύναμή του. Τα παραμύθια είναι δημιουργήματα σοφών που έχουν φτιαχτεί για να μας μεγαλώσουν, δεν απευθύνονταν αρχικά σε παιδιά. Η Χιονάτη, ας πούμε, είναι το πιο ακραίο παραμύθι σύγκρουσης με τη μάνα. Ολα αυτά τα παραμύθια μιλάνε για αυτονομία, τον απογαλακτισμό, την ενηλικίωση, διαδικασία πολλές φορές οδυνηρή. Ομως ο ήρωας πάντα στο τέλος νικάει και έρχεται η παραμυθία, η παρηγοριά ότι τελικά και εμείς θα νικήσουμε τον δράκο.

Οι Αδελφοί Γκριμ που συνέλεξαν παραδοσιακά παραμύθια «για τα παιδιά και την οικογένεια» χρειάστηκε να βγάλουν επτά εκδόσεις προκειμένου η συλλογή τους να γίνει αποδεκτή. «Σε κάθε μία από αυτές» όπως επισημαίνει η διεθνολόγος κ. Αννα Αγγελοπούλου το τρίπτυχο «σεξ, βία, τρόμος» συρρικνωνόταν.

Οι σημερινοί παραμυθάδες ωστόσο συχνά απευθύνονται σε παιδιά κυρίως σχολικής ηλικίας. Οπως λέει μάλιστα η κ. Λαμπρέλλη τα συναινούντα παιδιά είναι το καλύτερο ακροατήριο. Σπάνια θα κατεβάσουν το βλέμμα όταν τους απευθύνεσαι και αυτό είναι μεγάλη βοήθεια για έναν παραμυθά που η «δουλειά του» βασίζεται στην επικοινωνία. «Την ώρα που αφηγείσαι δεν είσαι κάποιος που υποδύεσαι τον αφηγητή, είσαι εσύ ο ίδιος όμορφος άσχημος, ψευδός ή αλλήθωρος δεν έχει σημασία. Δεν μπορείς να απομνημονεύσεις ένα παραμύθι, και απλώς να το απαγγείλεις. Αλλωστε οι περισσότερες καταγραφές παραμυθιών έγιναν τον 19ο αιώνα οπότε η γλώσσα είναι εντελώς διαφορετική. Αν χρησιμοποιήσεις αυτή τη γλώσσα είσαι ηθοποιός που λες ένα κείμενο, όχι αφηγητής».

Πηγή: Καθημερινή

Η συνέχεια του άρθρου >>


Η σχολική ευδαιμονία

14/05/2009

school

Άρθρο του Π. Κακαλέτρη στο «Βήμα Ιδεών»

Eκπαίδευση στον 21ο αιώνα. Τι έχει αλλάξει; Στο δημοτικό πλέον χρησιμοποιούμε νέα σχολικά εγχειρίδια. Ενα από τα χαρακτηριστικά αυτών είναι ότι αρχίζει η ύλη σε πολλά θέματα από πολύ νωρίτερα. Τα παιδιά θεωρούνται ικανά να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες και έτσι όλο και αυξάνονται οι απαιτήσεις που έχουμε από αυτά, ενώ παράλληλα μειώνεται ο ελεύθερος χρόνος τους. Εχει αλλάξει και η διάταξη των θρανίων, αλλά και η προσέγγιση του εκπαιδευτικού, που πλέον είναι μαθητοκεντρική και όχι δασκαλοκεντρική. Στις περισσότερες ελληνικές τάξεις τα παιδιά δουλεύουν ομαδοσυνεργατικά, παράγουν έργο το οποίο είναι προϊόν συζήτησης και αμοιβαίας ανταλλαγής απόψεων και είναι πιο δημιουργικά και αυτόνομα μέσα στο μάθημα. Ο καθένας διατηρεί πλέον έναν φάκελο εργασιών (portfolio), όπου μέσα τοποθετεί αρκετές εργασίες ατομικές και ομαδικές, από τις οποίες ως έναν βαθμό αξιολογείται.
Παρ΄ όλα αυτά, αν διαπεράσουμε τη «βιτρίνα» του εκμοντερνισμού και το «πέπλο» της εξέλιξης, αν παρακολουθήσουμε μια διδακτική ενότητα σε μια σχολική τάξη χωρίς αυτή να είναι προετοιμασμένη, θα παρατηρήσουμε ότι τα πράγματα παραμένουν παραδοσιακά, προσκολλημένα σε λογικές που επικρατούσαν αρκετά χρόνια πριν. Μια βασική παράμετρος που ξεχνά κάθε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι η σχολική ευδαιμονία. Αραγε τα παιδιά μας είναι ευτυχισμένα από το σχολικό περιβάλλον που τους προσφέρουμε; Η τάξη ως χώρος εργασίας δίνει τα κατάλληλα ερεθίσματα στο παιδί του 21ου αιώνα ώστε να παρακολουθεί με ευχαρίστηση το μάθημα, να χαμογελά, να κάνει όνειρα;
Εδώ κάπου υπεισέρχονται οι νέες τεχνολογίες, στις οποίες πιστεύω αρκετά χρόνια. Θεωρώ ότι αποτελούν μέσο βελτίωσης του σχολικού περιβάλλοντος και ανάδειξης ενός νέου τρόπου μαθητικής σκέψης και ενός διαφορετικού σκεπτόμενου πολίτη. Τα παλαιότερα χρόνια στα σχολεία συνηθίζαμε να έχουμε αίθουσες Η/Υ, όπου οι μαθητές έκαναν ομαδικές εργασίες, πλοηγούνταν στο Διαδίκτυο και μάθαιναν να χρησιμοποιούν ορισμένα βασικά προγράμματα, όπως είναι ο επεξεργαστής κειμένου και τα λογιστικά φύλλα. Με αυτόν τον τρόπο όμως δεν ενσωματώναμε τον Η/Υ στη μάθηση, αλλά λειτουργούσαμε επικουρικά με λογικές που μπορούσε να πραγματοποιήσει το παιδί και εκτός σχολείου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Η/Υ είναι ένα μέσο και η αξία του εξαρτάται από τον τρόπο που το αξιοποιείς. Φέρνοντας τον Η/Υ μέσα στην τάξη σε συνδυασμό με μηχάνημα προβολής ή ακόμη καλύτερα πίνακα αφής, το μάθημα πλέον ξεφεύγει από τα στενά όρια του σχολικού εγχειριδίου. Μετατρέπεται σε μια συναρπαστική διαδικασία χωρίς προκαθορισμένα στεγανά και με τεράστιες δυνατότητες ευελιξίας στην προσέγγιση της συγκεκριμένης ύλης.

Η συνέχεια εδώ.