Τα παιδία παίζει ηλεκτρονικά…

To σκηνικό σύνηθες στη σχολική εκδρομή: Τα παιδιά φθάνουν στην εξοχή, στρώνουν τις ψάθες κάτω από τα δέντρα, βγάζουν τις παιχνιδομηχανές χειρός και στρώνονται στο παιχνίδι.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον άρθρο από την Ελευθεροτυπία καταγράφει την πραγματικότητα:

Η οικονομική κρίση δεν αποθάρρυνε τον Αϊ-Βασίλη να εκπληρώσει και φέτος, με το παραπάνω, τις επιθυμίες των πιτσιρικάδων. Μέσα στο εορταστικό δωδεκαήμερο υπολογίζεται ότι αγοράσαμε τα παιχνίδια της χρονιάς. Οπως κάθε χρόνο, άλλωστε, τέτοιες μέρες οι μεγάλες αλυσίδες κάνουν περίπου το 60% του ετήσιου τζίρου τους.

Παιχνίδια, λοιπόν, αγοράσαμε και χαρίσαμε. Τι παιχνίδια όμως; Σήμερα δεν υπάρχουν σχολές «ειδικών» που να αμφισβητούν αυτό που έλεγε πριν από δύο αιώνες σχεδόν ο γερμανός παιδαγωγός F. Froebel, πως «το παιχνίδι είναι η πιο αγνή και εμπνευσμένη δραστηριότητα του ανθρώπου».

Οσο η επιστημονική έρευνα τεκμηριώνει ότι η σχέση του παιδιού με το παιχνίδι είναι ένα από τα ουσιαστικότερα κεφάλαια στη ζωή ενός ανθρώπου τόσο εντείνονται οι προβληματισμοί για το πώς αυτό εξελίσσεται.

*«Νούμερο 1 ύποπτος» τα ηλεκτρονικά παιχνίδια (Playstation, Nin tendo, Χ-box, Gameboy) τα οποία φαίνεται ότι σταδιακά εκτοπίζουν τα παραδοσιακά. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του Ελληνικού Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου και της Πανεπιστημιακής Μονάδας Εφηβικής Υγείας, σε δείγμα 602 παιδιών το 66% παίζουν ηλεκτρονικά παιχνίδια.

Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ο ετήσιος τζίρος για τα παραδοσιακά παιχνίδια είναι περί τα 300 εκατ. ευρώ, ενώ για τα ηλεκτρονικά ανέρχεται τουλάχιστον στα 70 εκατ. ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται οι πωλήσεις οι οποίες (για τα ηλεκτρονικά) διαχέονται και στις αλυσίδες προϊόντων τεχνολογίας.

Αν και τα προαναφερθέντα στοιχεία αφορούν το 2006, καθώς δεν υπάρχει νεότερη έρευνα, οι άνθρωποι του χώρου εξηγούν ότι η πίτα της αγοράς παιχνιδιών συνεχίζει να παραμένει η ίδια, για δύο λόγους: Πρώτα λόγω της αύξησης της κατανάλωσης φθηνών παιχνιδιών από την Κίνα και έπειτα λόγω της υπογεννητικότητας.

Μπορούν, όμως, να αλλάξουν οι «σταθερές» στην αδιάσπαστη σχέση «παιδί-παιχνίδι» λόγω του ότι τα επτάχρονα παίζουν σήμερα περισσότερη ώρα με το Nintendo και όχι με κάποιο άλλο πιο «παραδοσιακό» παιχνίδι;

*Η Μαρία Αργυριάδη, υπεύθυνη του τμήματος Παιχνιδιών και Παιδικής Ηλικίας στο Μουσείο Μπενάκη, είναι καθησυχαστική. Συγγραφέας αρκετών βιβλίων, στα οποία παρουσιάζεται εμβριθώς η ιστορική διαδρομή του ελληνικού αλλά και του αστικού ευρωπαϊκού παιχνιδιού, μας λέει ότι «δεν υπάρχει άσπρο ή μαύρο». Κι εξηγεί:

«Το παιχνίδι είναι ο κόσμος των μεγάλων σε μικρογραφία. Είναι ο διάλογος του κόσμου των ενηλίκων με τον κόσμο των παιδιών. Και οπωσδήποτε αντανακλά την εποχή της κατασκευής του. Στη φορεσιά μιας ευρωπαϊκής κούκλας του 18ου αιώνα θα δούμε τις ενδυματολογικές τάσεις εκείνης της εποχής. Το ίδιο συμβαίνει με τις σημερινές κούκλες. Κατ’ αντιστοιχία, στα σημερινά παιχνίδια αντιγράφεται η εποχή που ζούμε. Πράγματι, πολλά παιδιά από μικρή ηλικία ζητούν να αποκτήσουν ηλεκτρονικά παιχνίδια, κι είναι απολύτως λογικό, εφόσον ζουν σε μία εποχή κατά την οποία η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών είναι ραγδαία. Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να τους το απαγορεύσουμε. Πρέπει να τους αφήσουμε να το χορτάσουν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ένα παιδί πάντα παίζει, και παίζει με οτιδήποτε. Μπορεί να διαλέξει το ηλεκτρονικό, αλλά θα παίξει και με το χώμα».

*Για την πολύτιμη εμπειρία του χειροπιαστού στο παιχνίδι μάς μιλάει η Τίνα Χαραλάμπους, υπεύθυνη του Ελληνικού Παιδικού Μουσείου: «Κεντρική φιλοσοφία του μουσείου είναι η πεποίθηση ότι τα πραγματικά αντικείμενα, οι άμεσες εμπειρίες και το παιχνίδι υποστηρίζουν τη μάθηση, σκοπός της οποίας είναι να καλλιεργήσει ένα μυαλό που ερευνά, έτσι ώστε να βοηθήσει το άτομο να κατανοήσει τον κόσμο και τον εαυτό του».

Προσθέτει, μάλιστα, ότι «η μάθηση δεν είναι μόνο απόκτηση γνώσεων. Στοχεύει να αναπτύξει τόσο το γνωστικό όσο και τον κινητικό αλλά και το συναισθηματικό τομέα. Η εμπειρία του χειροπιαστού που προσφέρουν τα αντικείμενα είναι πολυαισθητηριακή και μπορεί να πυροδοτήσει τη μνήμη και το συναίσθημα. Η μάθηση μέσω των αντικειμένων είναι εκ φύσεως εξερευνητική, δημιουργεί συνθήκες παιχνιδιού, ενεργοποιεί τη δημιουργικότητα και τη φαντασία».

Σε κάθε περίπτωση, μιλώντας με ειδικούς γίνεται αντιληπτό ότι μια από τις πιο υπεύθυνες στάσεις που μπορεί να έχει απέναντι στο παιδί του ένας γονέας είναι να αντιμετωπίσει με σοβαρότητα το παιχνίδι του.

*«Η προέλευση της λέξης παιχνίδι από τις λέξεις «παις», «παίζω», «παιδεία» υποδηλώνει την άμεση σχέση της με το παιδί, την ψυχαγωγία, την πνευματική καλλιέργεια και την εκπαίδευσή του», εξηγεί στην «Κ.Ε.» η διεπιστημονική ομάδα της Εταιρείας Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου, με επιστημονικό υπεύθυνο τον αναπληρωτή καθηγητή Παιδοψυχιατρικής Ι. Τσιάντη.

Και προσθέτει: «Ο ρόλος του γονιού στο παιχνίδι είναι να προσπαθεί να ενθαρρύνει το παιδί του, να του παρέχει χώρο και χρόνο για να παίξει και να εκφραστεί. Να συμμετέχει ευχάριστα, χωρίς να παρεμβαίνει, να διορθώνει ή να ασκεί κριτική. Μια τέτοια τακτική θα είχε ως αποτέλεσμα να περιορίσει τη χρήση της φαντασίας και να μετατρέψει το παιχνίδι από ευχάριστη δραστηριότητα σε καταναγκασμό».

*«Οταν ένας ενήλικος ελέγχει απολύτως το παιχνίδι του παιδιού του, είναι σαν κάποιος να ελέγχει κάθε λέξη που λέει ο ενήλικος», θα συμπληρώσει η παιδοψυχολόγος Μάγια Αλιβιζάτου. Και καταλήγει:«Με το να στερήσουμε από ένα παιδί το παιχνίδι είναι σαν να στερούμε από έναν ενήλικο τη δυνατότητα να σκεφτεί και να μιλήσει».

Πηγή: Ελευθεροτυπία

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: